Venus...

Venus...
..among the stars

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

Κρήτη

Ωραίο μου ζεστό νησί
μάνα του μεγάλου Δία
πάτησα στην δική σου γη
και σε ερωτεύτηκα με την μία

Ηράκλειο και Χανιά
Ρέθυμνο και Λασίθι
η ανείπωτη ομορφιά
παντού γύρω μου βρίθει

Να σε γεύομαι συνέχεια δεν χορταίνω
όσο ζω κι αναπνέω με κάθε μου πνοή
τα αρώματά σου να ανασαίνω
από ολόκληρό σου το κορμί

(έλειψα αρκετό πάλι,και σας "αποζημιώνω"
γι'αυτό με έναν μικρό ύμνο στην Κρήτη)

Κυριακή, 24 Μαΐου 2009

Μελοπράσινα Άνθη

Ματάρες μελοπράσινες αχ πόσο τις λατρεύω
μέσα τους ας βουτήξω να μην ξαναανέβω
σταγόνες μέλι στο γρασίδι τα μάτια σου θυμίζουν
σαν μελοπράσινα λουλούδια που μόλις τώρα ανθίζουν

Τα μελοπράσινα ματάκια σου
νοιώθω πως με μαγεύουν
με τραβάνε στα χειλάκια σου
κι οι αισθήσεις μου θεριεύουν

Υγρή φωτιά είναι το φιλί σου
η αναπνοή σου φλόγα
με καίει τόσο το κορμί σου
που δεν έχω άλλα λόγια...


(στα πιο γλυκά μελοπράσινα ματάκια του κόσμου..)

Κυριακή, 13 Ιουλίου 2008

"Τίποτα δεν γεμίζει απόλυτα την ύπαρξη"

Τάδε έφη ο συγγραφέας Θανάσης Χειμωνάς σε μία συνέντευξη που παραχώρησε στην City Press της 11ης Ιουλίου.Αφορισμός ή ρεαλισμός;
Ο Σαρτρ σίγουρα θα συμφωνούσε,θα προσυπόγραφε και θα επαύξανε.
Πιθανόν να αφαιρούσε και το "απόλυτα".
Αν και αντιπαθώ την μηδενιστική απαισιοδοξία του Σαρτρ οφείλω να ομολογήσω πως συμφωνώ με τον κο Χειμωνά.Ναι,πρόκειται για μία εύστοχη διαπίστωση που συνάδει με την προδήλως άπληστη κι αχόρταγη φύση του ανθρώπου.*
Όσον αφορά το κοντινό(;) μέλλον της ανθρωπότητας δηλώνω εξαιρετικά αισιόδοξος.
Όσοι κατάφεραν να "αποκωδικοποιήσουν" το τέλος του παρακάτω διηγήματος θα γνωρίζουν πως το μέλλον που έχω οραματιστεί δεν είναι απλώς φωτεινό μα υπέρλαμπρο.
Το πότε όμως θα έρθει αυτό το μέλλον,η στιγμή αυτή που ο Pierre Teilhard deChardin αποκάλεσε κάποτε Omega Point(Σημείο Ωμέγα), δεν είμαι βέβαια εις θέσιν να το γνωρίζω(για το πως έχω μια-δυο ιδέες).
Ίσως χρειαστεί να αγγίξουμε σαν είδος το απόλυτο ναδίρ πρώτα.
Ίσως κι όχι.
Το βέβαιον είναι πως έως τότε οι ψυχές μας,το Είναι μας,θα είναι όχι μόνο μισογεμάτες μα και διχασμένες :
ανάμεσα στην φιλία και τον έρωτα,ανάμεσα στις σκέψεις και τα συναισθήματα,ανάμεσα στην επιστήμη και την θρησκεία,ανάμεσα εν κατακλείδει στον θάνατο και την ζωή.
Όταν,κατά το όραμα του deChardin,"αποχαιρετήσουμε τις σάρκες μας",αυτά τα διχαστικά δίπολα θα ενωθούν.
Και τότε μόνο η ύπαρξή μας θα γεμίσει.Απόλυτα.



*Update-9/5/09

Όχι όχι,ποτέ δεν μου άρεσε πραγματικά ούτε με έβρισκε σύμφωνο αυτή η νύξη περί απληστείας,δεν ξέρω πως μου βγήκε..Πιστεύω απλώς πώς η ανθρώπινη φύση είναι ατελής. Μια δόκιμη ποιητική παρομοίωση θα ήταν πως είμαστε όλοι άγγελοι με ένα φτερό.Ώσπου να αποκτήσουμε δυο φτερά μας είναι αδύνατον να "πετάξουμε".Και η ύπαρξή μας θα γεμίσει πραγματικά μόνο τότε,όταν "πετάξουμε" ψηλά δυο-δυο..

Τρίτη, 08 Απριλίου 2008

Ο Κωλασμένος Παράδεισος

(το παρόν αποτελεί την πλήρη ελληνόφωνη εκδοχή του Paradise Found που τελικά αποφάσισα να μοιραστώ μαζί σας εντελώς φρι οφ τσεϊρτζ.Τα άλλα 9 διηγήματα της συλλογής τα γράφω παράλληλα στα ελληνικά κι αγγλικά.Η αγγλική τους έκδοση θα πρωτοδημοσιευτεί στο lulu.com κι αποσπάσματά τους στο αγγλόφωνο blog μου http://vampirelles.blogspot.com Αναμένω τα σχόλιά σας!)


Οι άγγελοι όλοι χορεύουν σήμερα μαζί με τα πεσμένα αδέρφια τους στην Κόλαση έναν πολύ εύθυμο χορό.Κάτι ανάμεσα σε tango και salsa,με λίγο από flamenco,ίσως και μία υποψία valse.Αρχάγγελοι και δαίμονες έγιναν όλοι ένα.Κρέμασαν τις ρομφαίες και τις τρίαινες και το έριξαν όλοι στο γλέντι.Ακόμη κι ο ίδιος ο Lucifer με τον Μεγάλο Δημιουργό γίνανε ντέφι και χαχάνιζαν συνέχεια σαν μικρά σκανταλιάρικα παιδιά.

Ο Πόλεμος ανάμεσά τους είχε πια οριστικά τελειώσει.

Όχι μετά από κάποια συμφωνία ή συνθήκη μα απλώς κάποια στιγμή,λες και έλαμψε ένα ζεστό εκτυφλωτικό Φως που συνέτριψε τον φόβο που τόσους πολλούς δεκάδες αιώνες ένοιωθαν οι μεν για τους δε.Ο Μεγάλος Δημιουργός δήλωσε σε μία μάλλον αφοπλιστική κρίση ειλικρίνειας πως έμεινε εντελώς μαλάκας κι ότι ο ίδιος δεν είχε κάνει απολύτως τίποτα.

Κανένας δεν γνώριζε τι είχε συμβεί μα ποιος νοιαζόταν πλέον;Σημασία είχε μόνο πως οι χωρισμένοι για ολόκληρες χιλιάδες χρόνια φίλοι έσμιγαν ξανά.

Την πρώτη προσέγγιση την έκανε ένας κατώτερος δαίμονας,ο Abigor,που πέταξε ως τις πύλες του Παραδείσου που πλέον ήταν ορθάνοιχτες και αφύλαχτες.

Δύο Σεραφείμ κι ένα Χερουβήμ τον φιλέψανε αμέσως χωρίς να ενημερώσουν το αφεντικό εφόσων πια δεν τον φοβούνταν.Έκατσαν μαζί και τα ήπιανε,παίξανε χαρτάκια,κουβέντιασαν για τους χαμένους τους φίλους και στο τέλος έπεσαν ξεροί και κοιμήθηκαν πιο βαριά κι από βρεγμένες τάβλες οξιάς.

Την επόμενη ημέρα ο Μεγάλος Δημιουργός έμαθε για το περιστατικό μα παραδόξως όχι μόνο δεν θύμωσε καθόλου με την απείθαρχη πρωτοβουλία των αγγέλων μα ζήτησε να δει προσωπικά το έκπτωτο παιδί του.

Όταν ο Abigor εμφανίστηκε μπροστά του του ανέφερε πως πολλά αδέλφια του θέλησαν να τον ακολουθήσουν μα εκείνος ήταν ανένδοτος κι επέμενε κι επέμενε να έρθει μόνος.Του έδωσε και πολύ θερμά χαιρετίσματα από τον Lucifer,τον πιο αγαπημένο και πιο άσωτο γιό του.

Ο Μεγάλος Δημιουργός αισθάνθηκε τόσο βαθιά συγκίνηση από την απαράμιλλη τόλμη και ταπεινότητα του Abigor που του ζήτησε να μείνει για πάντα στον Παράδεισο.

Σας είμαι βαθύτατα ευγνώμων Κύριε μα δεν μπορώ να αφήσω τα αδέρφια μου.Θα δεχτώ μόνο αν έρθουν κι όλα τα αδέρφια μου”,του απάντησε με ένα μεγαλοπρεπές θάρρος που απέσπασε τον θαυμασμό από όλους όσους παρευρίσκονταν στην Αίθουσα του Θρόνου.

Εκείνη ακριβώς την στιγμή κάθε ίχνος εναπομείνοντος πείσματος ή ίσως κακίας που ήταν ακόμη ψιλοφωλιασμένο στην καρδιά του Μεγάλου Δημιουργού εξανεμίστηκε.Αμέσως απέστειλε δύο χιλιάδες Χερουβήμ στην Κόλαση για να καλέσουν όλους τους δαίμονες,αρχιδαίμονες και τα λοιπά σατανικά πνεύματα στο μεγαλειώδες πάρτυ που είχε ήδη οραματιστεί.

Όλα σχεδόν πλέον είχαν προετοιμαστεί για εκείνη την ιερή μέρα που θα χαρασσόταν με ολόχρυσα γράμματα στην ιστορία της ανθρωπότητας μα κι ολόκληρου του Σύμπαντος.

Ύστερα από κάποιο απροσδιόριστο για τα γήινα δεδομένα χρονικό διάστημα ο ουρανός κάτω από τον Παράδεισο καλύφθηκε σχεδόν εξολοκλήρου από τους εκατοντάδες χιλιάδες πεσμένους αγγέλους που επέστρεφαν στο σπίτι τους.

Οι δαίμονες που τα φτερά τους είχαν πια με τα χρόνια μαραθεί και τσακιστεί πέταξαν με τις φτερούγες των χερουβήμ που ήδη είχαν γίνει κολλητάρια.Κατά την διάρκεια της μακρυνής πτήσης φλυαρούσαν και χασκογέλαγαν σαν χαζοχαρούμενα.Κάποια πειραχτήρια Χερουβήμ άφηναν τους φίλους τους να πέσουν σε ελεύθερη πτώση στο κενό μα εκείνοι δεν φοβούνταν γιατί ήξεραν πως θα βουτήξουν με αστραπιαία ταχύτητα να τους πιάσουν πάλι.

Αν οι άνθρωποι από την γη μπορούσαν να τους δουν θα αντίκρυζαν κάτι σαν ασπρόμαυρες σερμπαντίνες που τυλίγονταν,ξετυλίγονταν,διασκορπίζονταν,ξαναμαζεύονταν και ενίοτε θύμιζαν έναν παιχνιδιάρικο χαρτοπόλεμο που συνεχώς ανέβαινε όλο και ψηλότερα.

Οι Ουράνιες Πύλες είχαν ήδη φωτιστεί με ένα ολόχρυσο φως και στολιστεί με πλατίνα,σμαράγδια και ρουμπίνια για την περίσταση.Όλοι οι δαίμονες θαύμασαν την ομορφιά και την Χάρη τους που απείχε μακράν από την άσχημη μαυρίλα του καθαρτηρίου,τις ανυπόφορες πύρινες λίμνες και τα άμορφα ποτάμια από λάβα που τις τροφοδοτούσαν συνεχώς.

Όταν πλέον όλοι οι άγγελοι,νυν και πρώην,είχαν περάσει τις Πύλες και συγκεντρώθηκαν στην ασύλληπτων για τον γήινο νου διαστάσεων κατάφωτη κεντρική πλατεία ο Μεγάλος Δημιουργός εμφανίστηκε στο αίθριο του Θρόνου του με τον Michael στα αριστερά του και τον Gabriel στα δεξιά του(ο Ιησούς δεν παρουσιάστηκε γιατί είχε ήδη γίνει λιάδα μετά από ολοήμερο πάρτυ με δυο ζουμερά αγγελάκια που παραλίγο να μην του αφήσουν ούτε ένα από τα ιερά κοκκαλάκια του).

Και οι τρεις εξέπεμπαν ένα τέτοιας έντασης φως που ένας άνθρωπος θα τους αντιλαμβανόταν ως τρία αστέρια : δυο λευκούς νάνους με έναν θηριώδη γαλάζιο γίγαντα στην μέση.Οι αρχάγγελοι ήταν για πρώτη ίσως φορά εντελώς άοπλοι παρόλο που ήταν παρόντες όλοι οι προαιώνιοι εχθροί τους.Άνοιξαν διάπλατα τα πελώρια φτερά τους,κράτησαν τον Ουράνιο Πατέρα και τον μετέφεραν στο κέντρο περίπου της πλατείας όπου βρισκόταν ο Lucifer μαζί με τους στρατηγούς των λεγεώνων του.Τον άφησαν χαλαρά τρία περίπου μέτρα μπροστά από τον αλλοτινό μεγαλειώδη και πανίσχυρο Άγγελο του Φωτός.

Για κάποιες στιγμές κι οι δύο δίστασαν και παρέμειναν εκεί ψιλοπαγωμένοι.Τελικά πρώτος ο Lucifer πλησίασε με δειλά βήματα και ταπεινό χαμηλωμένο βλέμμα τον Πατέρα Του και του έτεινε χαλαρά το χέρι.Ο Δημιουργός του κράτησε το χέρι,το έσφιξε δακρύζοντας,άνοιξε την αγκαλιά Του και τον αγκάλιασε πολύ πολύ σφιχτά,όπως κάθε πατέρας που ξανασμίγει με τον γιο του ύστερα από χρόνια πολλά.Άρχισαν κι οι δυο τους να δακρύζουν και να κλαίνε γοερά από μία ανείπωτη χαρά σαν μωρά παιδιά.

Το ίδιο έκαναν κι ο Michael με τον Andrameleh,o Gabriel με τον Melcor και πάρα πολλοί άλλοι παλιοί φίλοι κι αδέλφια.Το κέντρο της πλατείας φωτίστηκε μυριάδες φορές περισσότερο από όλο αυτό το ζεστό συναίσθημα αγάπης που επικράτησε.

Μόλις ψιλοσυνήλθαν δώθηκε το έναυσμα από τον Ουράνιο Πατέρα που πλέον είχε ένα χαμόγελο πλατύτερο κι από τον Joker : “Leeeeeeet's paaaaaartyyy guys!!!!!”

Το θεόμουρλο αυτό πάρτυ δεν είχε προηγούμενο στην θνητή κι αθάνατη ιστορία.Ο Παράδεισος όλος έγινε πουτάνα,άγγελοι και αρχιδαίμονες,δαίμονες και αρχάγγελοι,χερουβήμ και πνεύματα της φωτιάς,σεραφήμ και σκοτεινά ξωτικά,ανώτερα ξωτικά και τζιν,όλοι μαζί άρχισαν να χορεύουν,να τραγουδούν,να πίνουν και να γελάνε ηχηρά υπό τους ήχους αυτής της ανάμεικτης αιθέριας μουσικής..

Τόσο ηχηρά και τόσο χαρωπά που οι ήχοι τους αντήχησαν μέχρι και την Γη.Η ως άνω μουσική μαζί με τις φωνές,τα γελάκια και τα χαχανίσματα ακούστηκε πανταχώθεν σαν μία γλυκύτατη ουράνια μελωδία.Η Μουσική ήταν τόσο μα τόσο όμορφη που ζέστανε τις καρδιές όλων των ανθρώπων οι οποίοι πολύ σύντομα παρασύρθηκαν κι άρχισαν να χορεύουν με όποιον έβρισκαν μπροστά τους!

Νέοι και γέροι,άντρες και γυναίκες,κάθε επαγγέλματος και χώρου,φυλής,χρώματος ή εθνικότητας, έστησαν ένα παγκόσμιο γλέντι άνευ προηγουμένου.Ακόμη και τα μωράκια που δεν είχαν ακόμη περπατήσει κουνιόντουσαν στον ρυθμό μέσα στις κούνιες τους!

Στην μακράν πονεμένη Λωρίδα της Γάζας οι Ισραηλινοί στρατιώτες κατά μήκος του τείχους παράτησαν όπλα και σκοπιές κι άρχισαν να χορεύουν με Παλαιστίνιους μαχητές της Χαμάς!

Στο Κασμίρ Πακιστανοί και Ινδοί παράσυραν ο ένας τον άλλο να εγκατέλειψουν τα φυλάκια και τις θέσεις τους για να χαθούν ανάμεσα στους πρόποδες των Ιμαλαΐων σε ένα Διονυσιακό ξεφάντωμα!

Στα ΕλληνοΤουρκικά σύνορα οι Έλληνες και οι Τούρκοι δεν μπορούσαν βέβαια να ανταμωθούν στον Έβρο λόγω των εκατοντάδων ναρκών μα έβγαλαν όλο τους τον στόλο και την αεροπορία και συναντήθηκαν στο Αιγαίο,στο Πέλαγος και στον αέρα.Οι φρεγάτες και οι τορπιλάκατοι κανονιοβολούσαν μαζικά στον αέρα μέχρι που άδειασαν όλα τους τα πυρομαχικά.

Τα F-16 και τα Mirage 2000 κι από τις δύο πλευρές επιδώθηκαν σε μία σειρά από ακροβατικές αερομαχίες,πέταγαν ανάποδα,σε ελληνοτουρκικούς σχηματισμούς,άδειασαν όλες τους τις βόμβες στο Αιγαίο και τους πυραύλους τους ψηλά στον ουρανό.Όσοι τους έβλεπαν από τις Κυκλάδες και τα Δωδεκάννησα σχεδόν νόμισαν πως δεν τα οδηγούσαν επαγγελματίες πιλότοι μα μικρά παιδιά που ήταν τα ίδια μέσα στα τηλεκατευθυνόμενα αεροπλανάκια τους!

Μέσα σε λιγότερο από δύο ώρες κάθε εχθροπαξία ή πολεμική σύρραξη στον πλανήτη είχε παγώσει.

Έξω από τις φυλακές όλου του κόσμου οι κατάδικοι γλεντούσαν και έπιναν μπύρες και μπάφους με τους φύλακες στην ύπαιθρο!

Αυτή η κατάσταση συνεχίστηκε ώσπου σταδιακά ολόκληρη η Γη φωτίστηκε από έναν πανίσχυρο,υπέροχο Ήλιο που έμοιαζε λες και ήταν ντάλα μεσημέρι σε όλα τα γεωγραφικά πλάτη και μήκη ταυτοχρόνως!

Ένα ζευγάρι στην Οία,στην Θήρα,σταμάτησε για λίγο να χορεύει,κοιτάχτηκαν για ώρα πολλή βαθιά μέσα στα μάτια λες και ήθελαν διακαώς να αιχμαλωτίσουν στην μνήμη τους ο ένας την εικόνα του άλλου,και φιλήθηκαν τρυφερά,πολύ τρυφερά,πιο τρυφερά κι από το πρώτο τους φιλί.

Τα μάτια τους φωτοβολούσαν ζωηρά,πιο ζωηρά κι από τέσσερα φωτεινά αστέρια στην πιο σκοτεινή νύχτα.Ξαφνικά ένοιωσαν σαν να αιωρούνταν στο κενό,λες και δεν πατούσαν πλέον στην γη της Θήρας.

Ήταν απλώς κρατημένοι σφιχτά,πολύ σφιχτά,έχοντας ο ένας άγκυρα τον άλλον για να μην πέσουν.Όλος ο κόσμος γύρω τους θαρρείς πως είχε εξαφανιστεί μα ταυτόχρονα έμοιαζε να βρίσκονται όλοι εκεί : άνθρωποι,άγγελοι,δαίμονες,ακόμη και τα ζωάκια που προς το τέλος είχαν κι αυτά στρωθεί στον χορό και στα παιχνίδια..

Και τότε οι δυο εραστές είπαν ταυτόχρονα ο ένας στον άλλo...

Σε αγαπώ πολύ μωρό μου.Αμήν....”

(στην Ράνια)

© Νικόλαος Δ.Σκορδίλης,

Πειραιάς,28/09/2007


Δευτέρα, 07 Απριλίου 2008

ΑΛΕΞΙΑ

(28/03/05)

Μια ωδή στην Αλεξία θα πω
μια μνεία για την θέρμη της
την άσβεστη φωτιά της!

Γλυκειά μου πιάστο χέρι μου
τράβα με κοντά σου
γίνε σύ το αστέρι μου
και γώ ο ουρανός σου

Εισ'ένα όραμα στον ξύπνιο μου
που με γαληνεύει
ένα όνειρο στον ύπνο μου
που μακρυά με ταξιδεύει

Όταν βρισκόμαστε μαζί
χανόταν ο κόσμος όλος
δεμένοι σαν από γαζί
λιμάνι και νέος μόλος

Σαν μωρά παιδιά γελούσαμε
κυλιόμασταν στα χόρτα
με την αγάπη μας μεθούσαμε
γεμίζαμε ιδρώτα...

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

(29/05/04)


Μακρυά πετώ ξανά
πολύ μακρυά οδεύω
στα ουράνια τα γαλανά
έτσι που σε λατρεύω

Ο νους μου ειν'ακόμα εδώ
μα η καρδιά μου πάνω
κι από τα σύννεφα θαρρώ
θεέ μου τι να κάνω;

Σαν όνειρο η θύμισή σου
κι όλα όσα περάσαμε μαζί
γλυκό που ήταν το κορμί σου
στα χείλη η γεύση του επιζεί

Μα σαν απ'το όνειρο ξυπνώ
στον εφιάλτη μπαίνω
τόσο τρελλά που σε ποθώ
νοιώθω πως αρρωσταίνω

Γι'αυτό ξανά πετώ
μήπως και καταφέρω
από κει πάνω να σε δω
να πάψω να υποφέρω..

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2007

Αστέρια

Έχεις χάσει ελάχιστη απ'την παλιά σου λάμψη
παρόλο που πολύ,πάρα πολύ έχεις κλάψει
αστέρι ήσουν κάποτε ξανά αστέρι θα γίνεις
σαν την στερνή σου πνοή στην γη πάνω θ'αφήνεις

Αστέρια ήμασταν κάποτε άστρα θα ξαναγενούμε
ίσως και πριν το τέλος στο φως πάλι θα βγούμε
μόνοι δεν θα'μαστε θα δεις,τ'άλλα άστρα περιμένουν
τους παλιούς τους φίλους να δουν μακάρια προσμένουν

Κι αν πριν το τέλος λάμψουμε πολύ μαζί σαν άστρα
τις μαύρες τρύπες θα φωτίσουμε κι όλα θα είναι άσπρα...

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2007

Σαν αγριοκέρασο


Σαν αγριοκέρασο η γεύση σου
στα χείλη μου που λειώνει
καυτό είναι το χνώτο σου
με καίει με τελειώνει

Βερύκοκο το δέρμα σου
και πιο απαλό ακόμη
λαχταράω το χνούδι του
με πάθος και με ρώμη

Τα μεταξένια σου μαλλιά
πιασμένα κοτσιδάκια
μου'χουνε πάρει την λαλιά
σου σκάω δυο φιλάκια!

Στα μάτια σου τα σμαραγδιά
μέσα τους ναυαγίζω
στα πράσινά τους τα νερά
το σώμα μου βυθίζω..

(σε όλες τις φέρουσες κοτσιδάκια)

Η Κουκλίτσα


Αργά χθες το βραδάκι
με φίλους πολλούς κάθισα
να πιούμε καφεδάκι
μα με μία τζούρα μέθυσα
από ένα διπλανό μωράκι!

Αχ τι κουκλίτσα ήταν αυτή
πραγματικά δεν άντεξα
της έκλεισα το μάτι!
μου χαμογέλασε γλυκά
μα μου γύρισε το μαγουλάκι

Άραγε ειν' ντροπαλό νινί
ή νάζια απλά μου κάνει;
της ψιθύρισα στο αυτί
πως μ'εχει ξετρελλάνει!

Γελάει το ατιμούληκο
κ'προς το μέρος μου σκύβει
κάτι θέλει να μου δώσει
μα απ'τους άλλους το κρύβει

Ένα χαρτάκι τόσο δα
μου δίνει μες το χέρι
το κινητό της έχω πια
και την ελένε Μαίρη!!

(στην Μαιρούλα)

Φλογισμένα Όνειρα


Υπερηχητικές οι σκέψεις
φλογισμένα τα όνειρα
πως να γράψω με λέξεις
τα λόγια μ'είναι εμπόδια

Μες το μυαλό μου ουρλιάζουν!
να τα σηγήσω δεν μπορώ
ποτέ δεν ησυχάζουν
την γαλήνη μου να βρω

Ακόμη και στον ύπνο μου
τα νοιώθω να με καίνε
πιότερο κι απ'τον ξύπνιο μου
οι αισθήσεις μου όλες κλαίνε

Τα μάτια μου πολύ πονούν
την φλόγα ν'αντικρύζουν
τα λογικά μου με γελούν
την σάρκα μου όλη σκίζουν

(στον πρότερο Νίκο)

Πρωινά Ροδοπέταλα


Τα ροζ σου βλέφαρα κοιτώ
καθώς κοιμάσαι σαν μωρό
με ροδοπέταλα μοιάζουν
στα χείλη σου ταιριάζουν

Άραγε τι να ονειρεύεσαι
τι αρώματα να γεύεσαι
τα μάτια σου παίζουν ζωηρά
φωτοβολάς τόσο ζωντανά!

Σε αφήνω για να κοιμηθείς
το υπόλοιπο όνειρο να δεις
δεν σε ξυπνώ μα ας σηκωθώ
να μας φτιάξω ένα πρωινό..


Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2007

ΤΡΟΜΟΣ ΠΑΓΕΡΟΣ



Κάποιες νύχτες χάνομαι
πολύ κρυώνω και τρομάζω
μόνος πολύ αισθάνομαι
με όσους κι αν αράζω

Σαν με πιάνει το σύγκρυο
τίποτα πια δεν με ζεσταίνει
λες και δεν υπάρχει αύριο
κι ο ήλιος δεν ξανανεβαίνει

Παγώνω τρέμω ολόκληρος
σαν μουρμούρα που ξεψυχάει
νοιώθω σαν ένας απόκληρος
που έρχεται ο χάρος να τον πάρει

Γύρω μου όλα σκοτεινά
μαυράραχνα,κατράμι
οσάν το φως να προσπερνά
ξανά να μην με ράνει

Υπομονή,το μαρτύριο θα λήξει
σύντομα θα'ρθει το πρωί
το φως τη νύχτα θα συντρίψει
να μην πονάω τόσο πολύ

Να μην κρυώνω άλλο
ο Ήλιος να με ζεστάνει
τον τρόμο ν'αποβάλλω
η μέρα πάλι θα με γιάνει..


(γραμμένο σε μία πολύ "παγερή"
νύχτα προ ~2 ετών)

Δέσμιος Γιγάντων


Στην σκιά γιγάντων κρύφθηκα
πριν πάρα πολλά χρόνια
μα τους αποκαλύφθηκα
σαν μύγα μες τα χιόνια

Μου φέρθηκαν πολύ σκληρά
μαρτύρησα μαζί τους
πλάσματα ήταν μοχθηρά
δαιμόνια η ψυχή τους

Ένα μυστικό εφύλαγαν
σαν τα ίδια τους τα μάτια
γι'αυτό ποτέ δεν μίλαγαν
όταν ήμουν στα δωμάτια

Κρυφάκουσα όμως κι έμαθα
τι έκρυβαν στα υπόγεια
και μέσα μου κάτι έπαθα
απ'τα δικά τους λόγια

Κατάφερα και τρύπωσα
ενώ αυτοί ροχάλιζαν
αισθάνθηκα πως γλύτωσα
τα μάτια μου εγυάλιζαν

Βρήκα την μαγική πηγή
για την οποία μιλούσαν
γέμισα ένα μεγάλο φλασκί
τα χείλη μου γελούσαν

Ήπια απ'το μαγικό νερό
με όλο μου το είναι
γίγαντας να γενώ κι εγώ
νάνος πια να μην είμαι

Σύντομα πολύ εψήλωσα
σχεδόν ως το ταβάνι
τα ρούχα μου εξήλωσα
κανένα πια δεν μου κάνει

Μισόγυμνος πλησίασα
κοντά στους κοιμισμένους
ένα τσεκούρι έπιασα
για τους καταραμένους

Τα κεφάλια τους έκοψα
όλων ένα προς ένα
όλους τους κατέσφαξα
και γέμισα με αίμα

Την πιο γλυκιά εκδίκηση ήπια
και πίσω δεν κοιτώ
το κάστρο ήταν δικό μου πια
αφέντης του εγώ

Μα τι είναι αυτό π'αντικρύζουν
τα γιγάντιά μου μάτια;
δύο νάνοι προσεγγίζουν
στα δικά μου μονοπάτια

Ας τους πιάσω και τους δυο
για να με υπηρετούν
αφεντικό τους να γενώ
και να με προσκυνούν..

(για όλους τους νάνους που θέλουν γίνουν γίγαντες..)

Η Κοκκινομάλλα


Κόκκινα σαν αγριοφωτιά
ήτανε τα μαλλιά της
σαν ροδοπέταλα ερυθρά
παντοτινά δικά της

Σαν φράουλες οι μπούκλες της
λαχταριστές εμοιάζαν
το δέρμα της σαν ζάχαρη
γλυκά πως συνδυάζαν

Σπίθες στον ήλιο πέταγαν
πυρκαγιές ξαναφουντώναν
μικροί μεγάλοι έμεναν
με ορθάνοικτο το στόμα

Ανάλαφρη κι ανέμελη
στην παραλία γυρνούσε
σα νύμφη από την Πρέβελη
κι ο κόσμος την κοιτούσε



(αφιερωμένο σε όλες τις κοκκινομάλλες..)

Γνώση


Αχ,στερνή μου γνώση να σε είχα πρώτα
τι κρίμα που έσβησε κείνο το παραμύθι μας
και για αλλού εβάλαμε τότε κι οι δυο ρώτα
αλήθεια τι να έφταιξε,τι χάθηκε στα στήθη μας;

Αλήθεια υπέροχα περάσαμε,έστω για τόσο λίγο
βαθιά πολύ αγγιχτήκαμε μέσα στην καρδούλα
κι ας μην εφτιάξαμε ποτέ τον δικό μας πύργο
ούτε καν ήπιαμε ποτέ από την ίδια πηγούλα

Μα κι αν η γνώση εχάθηκε,κι αν έγινε συντρίμμια
η αίσθηση παρέμεινε για πάντα χαραγμένη
αυτή ποτέ δεν πρόκειται να την επάρει το κύμα
θα μείνει κάπου μέσα μας ,για πάντα φυλαγμένη...


( σε κάποια.)

Κανέλα


Γλυκόπικρη η γεύση της
σαν του έρωτα το χάδι
μεθάω με την ζέστη της
τόσο πολύ με ανάβει

Στην μακρυνή ανατολή
πάντα με ταξιδεύει
σαν απαλή θηλή
την μύτη μου χαϊδεύει

Το άρωμά της έντονο
ξυπνάει τις αισθήσεις
φλογισμένο σέντονο
που δεν θες να το σβήσεις

Φωτιά να πάρεις θες κι εσύ
μαζί με το σεντόνι
όλος ο κόσμος να καεί
σαν κανελί χαρτόνι



(για τις Dentine Fire)

Η θάλασσα μέσα μου


Αχ θάλασσά μου όμορφη,γλυκειά και ήρεμη
μην πάψεις να με καλείς,και να μου δίνεις δύναμη
Σε αγναντεύω από μακρυά,μα θέλω να σε νοιώσω
να μπω μέσα σου ξανά,και όλα να στα δώσω

Τόσο πολύ μου έλειψες,που σπάραξε η καρδιά μου
και κάθε βράδυ πια σε γεύομαι,μόνο μες τ'όνειρά μου
Θαλασσινή μου αύρα υπέροχη,που μπαίνεις στην πνοή μου
στείλε Της την ανάσα μου,που βγαίνει απ'το κορμί μου

Είναι πολύς ο χρόνος που μείναμε οι δυο μας χώρια
μα μήτε βροντή μήτε αστραπή μας φέρνει στενοχώρια
Ο Ουρανός σου θέλω να γενώ για να σ'αγγίξω λίγο
εκεί,στα όρια του ορίζοντα,δεν πρόκειται να φύγω

Τίποτα πια μην φοβηθείς,για θα'μαι εγώ κοντά σου
δεν θα'σαι μόνη σου ξανά,θα μπαίνω στ'ονερά σου
Και κάποια στιγμή μαζί παρέα θα ζήσουμε
χώρια ποτέ ξανά,ποτέ δεν θα λυγίσουμε

(στην θάλασσα βέβαια)

Πολύχρωμα Όνειρα


Δεν θέλω πια να σκέφτομαι
τις νύχτες που κοιμάμαι
μόνο να σε ονειρεύομαι
ξανά να σε θυμάμαι


Χρώμα γεμίζουν τα όνειρα
σαν μέσα εσύ μπαίνεις
δεν είναι πια ασπρόμαυρα
πολύχρωμα τα υφαίνεις


Μυρίζουν άνθη ανοιξιάτικα
γεύσεις ολόδροσες χαρίζουν
τι ηδονή νοιώθω νυχτιάτικα
καθώς τα χείλη μας σφραγίζουν


Είναι τέτοια η αίσθηση
ξανά ας μην ξυπνήσω
κι αν είναι μια ψευδαίσθηση
προτιμώ αυτή να ζήσω

EΔΕΜ


Ήτανε Σαββατόβραδο
όταν σε πρωτοείδα
ένα ωραίο απόβραδο
πάνω σε μια κερκίδα

Εδέμ με λένε μου'χες πει
έτσι με λεν οι φίλοι
σαν παραδείσιο πουλί
μοιάζαν τα δυο σου χείλη

Τα μάτια σου τα καστανά
δεν χόρταινα να βλέπω
και μέσα τους χανόμουνα
θα πέσω το προβλέπω

Θαμπώνομαι,ζαλίζομαι
όταν κοντά ζυγώνεις
μες τ'άρωμά σου λούζομαι
τις αισθήσεις μου οργώνεις

Είσαι μια Μούσα αληθινή
που αφάνταστα μ'εμπνέει
απ'τον πάτο ως την κορφή
και την καρδιά μου καίει...


Ξημέρωμα Δεκαπενταύγουστου


Ο ήλιος πέφτει ορμητικά σαν γάλα
στο κατάμαυρο της νύχτας τσάι
την σελήνη και τα αστέρια πνίγει
κι ο αγέρας αδιάκοπα φυσάει

Οι φωτιές στο βάθος μαίνονται
απτόητες για μέρες
σύννεφα πάλι δεν φαίνονται
μόνο οι καμένες ξέρες

Θα κάνει ζέστη σήμερα
φαίνεται αυτό από τώρα
δεκαπενταύγουστο ανήμερα
κι έχει καεί όλη η χώρα

Τέφρα και στάχτη γέμισε
ολόκληρη η Ελλάδα
όνειρα πολλά γκρέμισε
τα'ριξε στον Καιάδα

Είναι η οργή μου ανείπωτη
η θλίψη μου μεγάλη
η σκέψη μου η καχύποπτη
μου κυριεύει το κεφάλι..


(στα όνειρα που έγιναν τέφρα..)

Ας ξεκινήσω με λίγη ποίηση..

Ο Χορός των 7 Πέπλων

Αργά,πολύ αργά ξεκίνησαν οι ήχοι
η Σαλώμη στον ρυθμό
να κουν'άρχισε τα δυο της στήθη
σε έναν ξέφρενο χορό

Ο Ηρώδης απολάμβανε
με γουρλωμένα μάτια
τα σάλια του ετρέχανε
σαν γυάλινα κομμάτια

Γύρω όλοι θαμπώθηκαν
τους τύλιξε παραζάλη
σιγά σιγά γυμνώθηκαν
της καλλονής τα κάλλη

Καθώς τα πέπλα έπεφταν
περισσότερο εφουντώναν
τα χείλη τους πια έγλυφαν
και τ'αχαμνά εχουφτώναν

Η Σαλώμη πια ολόγυμνη
πλησίασε τον Ηρώδη
με μια χάρη απαράμιλλη
του πάτησε το πόδι

"Θέλω το κεφάλι του Ιωάννη
σε ένα ασημένιο πιάτο
θέλω ο αλήτης να πεθάνει
που όχι θα πει σε αυτόν τον πάτο"